Καβάλα

H Καβάλα είναι πόλη του ομώνυμου νομού της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βόρεια Ελλάδα. Είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Σύμβολο και αποτελεί την τρίτη μεγάλη πόλη της Μακεδονίας. Απέχει 815 χιλιόμετρα από την Αθήνα (μέσω της Εγνατίας Οδού 8 ώρες και 48 λεπτά) ενώ πηγαίνοντας για Κατερίνη απέχει μόλις 653 χλμ (6 ώρες και 28 λεπτά).
Αεροδρομικώς η διάρκεια πτήσης είναι 1 ώρα. Από τη Θεσσαλονίκη μέσω Εγνατίας επίσης διαρκεί 1 ώρα και 44 λεπτά και η απόσταση τους είναι 153 χλμ. Ο μόνιμος πληθυσμός της πόλης φτάνει τους 54.027 κάτοικους σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ενώ ο συνολικός πληθυσμός του δήμου είναι περίπου 70.501 κάτοικοι. Είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης περιφερειακής ενότητας. Είναι έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπολέως και Θάσου.
Ιστορία
Η ιστορία της πόλης ξεκινά από τους Προϊστορικούς χρόνους και εκτείνεται μέχρι σήμερα. Οι αναφορές για αυτήν από την μία χάνονται στις ομηρικές αφηγήσεις και από την άλλη καταγράφονται στα αρχεία της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Από την μία η πόλη έγινε παγκοσμίως γνωστή για την άφιξη των δημοκρατικών στρατευμάτων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενόψει της ιστορικής μάχης των Φιλίππων και από την άλλη για την άφιξη του Αποστόλου Παύλου, κάνοντας την Νεάπολη (σημερινή Καβάλα) πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που δέχτηκε το χριστιανισμό. Είναι διάσημη για τα μεγαλοπρεπή έργα Βυζαντινών και Τούρκων (όπως το Κάστρο και οι Καμάρες) όσο και για το ότι αποτέλεσε γενέτειρα του Μεχμέτ Αλί, αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Παράλληλα η νεότερη ιστορία της πόλης παρουσιάζει εξίσου ενδιαφέρον, τόσο για την καπνεργασία και τις πρώτες απεργίες στα Βαλκάνια (1896) όσο και για την πλούσια βιομηχανική δραστηριότητα με κυρίαρχη αυτή του μαύρου χρυσού.
Ονομασίες
• Νεάπολις (7ος αιώνας π.Χ.-9ος αιώνας μ.Χ.)
• Χριστούπολις (9ος αιώνας μ.Χ.-14ος αιώνας μ.Χ.)
• Καβάλλα (παλαιά γραφή)[2] ή Καβάλα (14ος αιώνας μ.Χ.- σήμερα)

Προϊστορικοί χρόνοι
Τα παλαιότερα ευρήματα που βρέθηκαν στο νομό Καβάλας, ήρθαν στο φως τη δεκαετία του ’50 στην περιοχή «Τζίνες» της Θάσου (ορεινή περιοχή κοντά στα Λιμενάρια) και αφορούν εργαλεία εξόρυξης ώχρας της Νεότερης Παλαιολιθικής, περίπου 20.300 χρόνων π.Χ.
Εκείνη την περίοδο η στάθμη της θάλασσας ήταν πολύ χαμηλότερα από την σημερινή, με αποτέλεσμα η νήσος της Θάσου να συνδέεται μέσω χερσονήσου με την ενδοχώρα. Όμως κατά την Μεσολιθική εποχή που η θερμοκρασία του περιβάλλοντος αυξήθηκε και έλιωσαν οι παγετώνες, τα νερά της θάλασσας πλημμύρισαν την μέχρι πρότινος πεδιάδα. Η μετάβαση στην Νεολιθική εποχή χαρακτηρίστηκε από την μόνιμη εγκατάσταση με την ίδρυση των πρώτων οικισμών, την εξημέρωση των ζώων και την καλλιέργεια της γης.
Οι πρώτες οργανωμένες κοινωνίες εμφανίζονται στην Πεδιάδα των Φιλίππων γύρω στα 5.600 π.Χ. Πιο γνωστές θέσεις γενικότερα στον νομό Καβάλας για την περίοδο της Νεολιθικής είναι στη θέση Ντιλικί Τας (Όρθια Πέτρα στα τούρκικα), που παρουσιάζει κατοίκηση από την Μέση Νεολιθική, η θέση που βρίσκεται κοντά στο χωριό Ακροπόταμος, η θέση που βρίσκεται κοντά στον Παράδεισο και ο προϊστορικός οικισμός των Λιμεναρίων Θάσου.
Πολλοί οικισμοί παρουσιάζουν συνεχή κατοίκηση και την εποχή του Χαλκού, με σημαντικότερα ευρήματα, αυτά από το προϊστορικό νεκροταφείο του οικισμού Καστρί Θάσου και της Σκάλας Σωτήρα Θάσου. Η θέση μάλιστα στη Σκάλα Σωτήρα Θάσου αποτελεί τον μοναδικό οικισμό στα Βαλκάνια που ήταν περιτοιχισμένος, η κάτοψη του οποίου σχεδιάστηκε με βότσαλα στο δάπεδο της εκκλησίας του χωριού.
Η τελική φάση της Εποχής του Χαλκού σφραγίζεται με τη μυκηναϊκή διείσδυση. Αγγεία μυκηναϊκά ή τοπικές μιμήσεις τους, χάλκινα μαχαίρια μυκηναϊκού τύπου καθώς και άλλα αντικείμενα είναι μάρτυρες των εμπορικών επαφών της νότιας Θάσου με Νοτιοελλαδίτεςθαλασσοπόρους.
Αν και μη χρονολογημένες, πιο γνωστές είναι οι θαυμάσιες βραχογραφίες κοντά στο σημερινό χωριό Φίλιπποι. Η σημερινή πόλη της Καβάλας χτίστηκε επάνω σε δύο προϊστορικές θέσεις, την Αντισσάρα, τη σημερινή Καλαμίτσα, καθώς και του οικισμού της εποχής του Σιδήρου που εντοπίστηκε ανατολικά της πόλης, στην περιοχή Περιγιαλίου. Λόγω της ανεξέλεγκτης οικοδόμησης κυρίως στα μέσα του 20ου αιώνα, διασώζεται μόνο είναι ένα τμήμα του τείχους της Αντισσάρας, ανάμεσα στις πολυκατοικίες της σύγχρονης πόλης. Αρκετά ευρήματα της προϊστορικής περιόδου υπάρχουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας (κυρίως της θέση του Ντικιλί Τας) καθώς και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θάσου στο Λιμένα.

Αρχαίοι χρόνοι

Μετά από μακροχρόνιους πολέμους (που σύμφωνα με την ιστορία έλαβε μέρος και ο ποιητής Αρχίλοχος) με τα θρακικά φύλα που διέμεναν στη περιοχή, οι Θάσιοι για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τις θρακικές επιδρομές, γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., ιδρύουν την Νεάπολη. Εκτός της στρατηγική της θέση, στο δρόμο που συνέδεε την Ανατολή με την Δύση, καθώς και το φυσικό της λιμένα, η Νεάπολη βρισκόταν ανάμεσα στην εύφορη και πλούσια σε μεταλλεύματα Θάσο, κοντά στο χρυσοφόρο Παγγαίο όρος και ακριβώς δίπλα στις εύφορες πεδιάδες των Φιλίππων και του Νέστου.

Ιωνικό κιονόκρανο από τον υστεροαρχαϊκό ναό της Παρθένου της αρχαίας Νεάπολης, σημερινής Καβάλας, Ελλάδα, τέλη 6ου αιώνα π.Χ.
Υπήρξε μέλος της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας και της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας η οποία και μνημονεύεται στους φορολογικούς καταλόγους. Τα τιμητικά ψηφίσματα του αθηναϊκού δήμου, εγκωμιάζουν την Νεάπολη, για την συμπαράστασή της στην Αθήνα, κατά την ταραχώδη περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Πρωταρχική λατρεία στην πόλη αυτήν την περίοδο ήταν η πολιούχος Θεά της Παρθένου. Η αυτονομία της Νεάπολης φαίνεται και από τα αργυρά νομίσματα (στατήρες), που αρχίζουν να χρησιμοποιούνται λίγο πριν το 500 π.Χ. με την απεικόνιση της γοργούς πάντα στην μια τους όψη (που είχε ως σημασία, να διώχνει την κακοτυχία). Η Νεάπολη έμεινε σύμμαχος της Αθήνας μέχρι το 340 π.Χ., όταν την κατέλαβε ο Φίλιππος ο Β΄προσαρτώντας την στο Μακεδονικό βασίλειο. Η θέση της Νεάπολης σήμερα τοποθετείται στη χερσόνησο της Παναγίας χωρίς να γίνει σαφές το ακριβές της σημείο (τεκμηριώθηκε μονάχα η θέση του ιερού της παρθένου). Τα ευρήματα της Νεαπόλεως εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας.

Ρωμαϊκοί χρόνοι

Η Νεάπολη, μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, φαίνεται πως παρακμάζει. Λόγω όμως της εξαιρετικά στρατηγικής της θέσης, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο τελευταίο τρίτο του 2ου π.Χ. αιώνα, με την κατασκευή της Εγνατίας οδού, η οποία περνούσε από αυτήν, όπως δείχνει το τμήμα λιθόστρωτου δρόμου που σώζεται στην κορυφή του Συμβόλου, καθώς και η ανεύρεση ενός ρωμαϊκού μιλιαρίου, όπου αναγράφεται : «…viam a Dyrrachio usque Neapolim per provinciam Macedoniam…curavit». Σύμφωνα μάλιστα με τα ρωμαϊκά Οδοιπορικά, υπήρχε σε αυτήν ρωμαϊκός σταθμός αλλαγής ίππων .
Μετά την ίδρυση της ρωμαϊκής αποικίας των Φιλίππων, η Νεάπολη χρησίμευσε ως επίνειο της αποικίας, δεδομένου ότι από το λιμάνι της περνούσε ο σπουδαίος θαλάσσιος δρόμος Αλεξάνδρειας (Τρωάδας) – Θεσσαλονίκης. Για το λόγο αυτό ο Απόστολος Παύλος το 50 μ.Χ. από τη Σαμοθράκη πλέει προς τον λιμένα της Νεάπολης και από εκεί κατευθύνθηκε προς τους Φιλίππους. Εκεί ιδρύεται η πρώτη χριστιανική εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Βυζαντινή περίοδος και Φραγκοκρατία
Κατα την περίοδο του Βυζαντίου η αρχαία Νεάπολις μετονομάστηκε σε Χριστούπολις.. Οι πρώτες μαρτυρίες του νέου ονόματος υπάρχουν σε πηγές του 8ου και του 9ου αιώνα. Το 926 υψώθηκαν τα νέα τείχη της Χριστούπολης , καθώς τα παλαιά είχαν υποστεί μεγάλες φθορές από τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού. To 1185 η πόλη πυρπολείται και καταστρέφεται από τους Νορμανδούς. Κατά την ύστερη Βυζαντινή περίοδο και συγκεκριμένα το 1391, η Χριστούπολις καταλήφθηκε από τα στρατεύματα της Οθωμανικής Αυτορκατορίας.
Οθωμανική περίοδος
Για να σιγοντάρει το έργο του ευνοημένου βεζίρη του, ο Σουλεΐμάν Χαν έφερε στην πόλη Άμπου-Χαγιάτ (ζωογόνο νερό) κουβαλώντας το από μία βουνίσια πηγή, σε απόσταση ενός κονάκ δρόμο. Η υδροδότηση της πόλης γίνεται από ένα πανύψηλο υδραγωγείο -πάνω από ογδόντα πήχεις- που στηρίζεται σε εξήντα αψίδες. Το υδραυλικό αυτό έργο του Σουλεϊμάν Χαν -ο Θεός ας τον ελεήσει!- είναι αδύνατο να περιγραφεί με λόγια. Και μπορεί να συγκριθεί μόνο με το οικοδομικό έργο του Φίλικου, που ‘χτισε το φρούριο της Καβάλας.

Τρεις δεκαετίες μετά την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, το 1425, κτίστηκε φρούριο στην περιοχή της χερσονήσου όπου βρισκόταν η ακρόπολη, με σκοπό τον έλεγχο της περιοχής και την άμυνα απέναντι στους πειρατές και τους Βενετούς.
Από την Ελληνική Επανάσταση στον Μακεδονικό Αγώνα
Οι Καβαλιώτες συμμετείχαν στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων. Γνωστός Καβαλιώτης αγωνιστής ήταν ο οπλαρχηγός Ιλαρίων Καρατζόγλου. Επίσης, άλλος ένας γνωστός Καβαλιώτης αγωνιστής, ήταν ο Κωνσταντίνος Σερδάρογλου, που κρεμάστηκε από τους Οθωμανούς κατά το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821. Σημαντικός Καβαλιώτης αγωνιστής του 1821 ήταν και ο πυροβολητής του Ναυτικού Νικόλαος Καγιάσας.
Το 1864, μετά από άδεια που δόθηκε από τον σουλτάνο, η Καβάλα επεκτάθηκε οικοδομικά εκτός των τειχών της παλαιάς πόλης. Το γεγονός αυτό καθώς και το ότι εκείνη την εποχή τα καπνά της Μακεδονίας ήταν γνωστά σε ολόκληρο τον κόσμο μετέτρεψαν την πόλη σε κέντρο επεξεργασίας και εμπορίας καπνού. Σε αυτό βοήθησε και η θέση της με το φυσικό λιμάνι της. Στην Καβάλα έλαβε χώρα η πρώτη και η μεγαλύτερη εργατική απεργία (5000 εργάτες) σε ολόκληρα τα Βαλκάνια, το έτος 1896.

Ενώ ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενη σε αυτήν κυκλοφορούσαν τρεις ελληνικές εφημερίδες που την κατατάσσουν δεύτερη πόλη μετά την Θεσσαλονίκη, σε ελληνικές εκδόσεις εφημερίδων, του Ερμή, της Σημαίας και του Κύματος. Με την ίδρυση του τουρκικού συντάγματος το 1908 στην Καβάλα ιδρύεται και το πρώτο επίσημο καπνεργατικό σωματείο στα Βαλκάνια, η Ευδαιμονία, , που υπήρχε ήδη από το 1905 με μορφή συλλόγου με την ονομασία Εγκράτεια. Η Καβάλα είχε μεγάλη συμβολή και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Από την Καβάλα ήταν οι Μακεδονομάχοι οπλαρχηγοί Πέτρος Ιωαννίδης και Περικλής Δράκος.
Α’ Κατοχή 1912-1913 και Απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Τον Οκτώβριο του 1912 οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν την Καβάλα χωρίς να αντισταθούν οι Οθωμανοί. Ακολουθούν βασανιστήρια, ομηρίες, καταπίεση του ελληνικού στοιχείου της πόλης. Η Καβάλα απελευθερώθηκε το 1913 από τον ελληνικό στόλο που ήταν αγκυροβολημένος στη Θάσο, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Στις 25 Ιουνίου 1913 εμφανίζονται ελληνικά σκάφη και στις 26 Ιουνίου το πρωί, το αντιτορπολικό Δόξα καταπλέει στον κόλπο της Καβάλας. Με τη βοήθεια των Καβαλιωτών, που βοηθούν στον εντοπισμό των ναρκών στον κόλπο της Καβάλας, το Πολεμικό Ναυτικό καταλαμβάνει την πόλη.
Β’ Κατοχή 1916-1918 και Απελευθέρωση
Τον Αύγουστο του 1916 εισβάλλουν και καταλαμβάνουν την Καβάλα και πάλι οι Βούλγαροι. Το 1918 η πόλη ελευθερώνεται, ύστερα από δύο χρόνια σκληρής κατοχής.
Εγκατάσταση Μικρασιατών.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την επακόλουθη ανταλλαγή πληθυσμών το 1923-24, κατακλύζει την πόλη μεγάλο κύμα Ελλήνων προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία. Ο συνολικός αριθμός των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν ήταν 27.500. Αρχικά στεγάστηκαν σε παλιά καπνομάγαζα και πρόχειρους οικίσκους αργότερα όμως δημιουργήθηκαν νέες συνοικίες όπως τα Χίλια, τα Πεντακόσια και ο συνοικισμός Γκιρτζή, ενώ άλλοι πρόσφυγες αποκαταστάθηκαν στα παλιά οθωμανικά σπίτια της συνοικίας της Παναγίας. Το προσφυγικό στοιχείο μεταφύτευσε στην πόλη τη μεγάλη πολιτιστική του παράδοση και ταυτόχρονα αποτέλεσε την κινητήρια παραγωγική δύναμη της Καβάλας, οδηγώντας σε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη με κύριο μοχλό την αύξηση της καπνοκαλλιέργειας και του καπνεμπορίου. Επίσης οι καπνεργάτες αποτέλεσαν με τη δράση τους κομβικό στοιχείο για τα εργατικά δικαιώματα με τον οργανωμένο συνδικαλισμό τους, που υποχρέωσε τους καπνεμπόρους να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας τους τις αποδοχές των εργατών. Η τετραετία 1928-1932 υπήρξε η πιο λαμπρή περίοδος για την Καβάλα με μεγάλα έργα όπως το λιμάνι, το δίκτυο ηλεκτροφωτισμού, οι αναδασώσεις και τα νέα σχολικά κτίρια.
Γ’ Κατοχή 1941-1944 και Απελευθέρωση
Η βουλγαρική παρουσία στην Καβάλα αλλά και σε ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη με τη μορφή στρατιωτικής κατοχής κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν αποτέλεσμα διπλωματικής συνεννόησης μεταξύ Γερμανίας και Βουλγαρίας και μία παραχώρηση εκ μέρους της πρώτης για την προσχώρηση της δεύτερης στον Άξονα. Η εισβολή άρχισε στις 20 Απριλίου 1941 και μέχρι τις 15 Μαΐου είχε καταληφθεί από τους Βουλγάρους όλη η παραχωρηθείσα περιοχή. Ο βουλγαρικός κατοχικός στρατός προέβη συστηματικά σε διάφορα περιοριστικά μέτρα με στόχο την ελαχιστοποίηση της παρουσίας της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Η περιοχή τελικά απελευθερώθηκε το 1944.[14]
Αναψυχή και περιβάλλον

Η Καβάλα αν και στην προσπάθεια της πλέον να εξελιχθεί σε ενα σύγχρονο αστικό κέντρο, διαθέτει πολυάριθμες παραλίες σε σχετική καλή κατάσταση, χώρους για ανάπαυση και πεζοπορικές διαδρομές. Είναι μια από τις λίγες πόλεις της Ελλάδας που μέσα στον πολεοδομικό της ιστό διαθέτει 4 οργανωμένες παραλίες. Δυτικά, την παραλία της Ραψάνης, την δημοτική πλαζ της Καλαμίτσας και τον πολυχώρο του Μπάτη. Στη συνέχεια του Μπάτη αν ακολουθήσετε την οδό αυτή θα βρείτε τις υπέροχες οργανωμένες μη οργανωμένες μεγάλες μικρές παραλίες του Παληού και στην συνέχεια της Νεας Ηρακλείτσας και της Νεας Περάμου. Παράλληλα από την άλλη πλευρά της πόλης αν κινηθείτε ανατολικά μπορείτε να επισκεφθείτε την παραλία του Περιγιαλιόυ (Καρα Ορμάν), την ωραία παραλία της Ασπρης Άμμου ενω ακολουθεί μετέπειτα αυτη της Νέας Καρβάλης, ωστόσο έχει συνισταθεί πολλές φορές να μην υπάρχει κόσμος λόγω αποβλήτων του εργαστασιου της περιοχής.
Απο πλευράς χλωρίδας η Καβάλα αποτελείται απο τεχνητές δασικές εκτάσεις καθότι είναι χτισμένη σε βραχώδη ανάγλυφο. Διαθέτει τρία μεγάλα άλση, με χώρους άθλησης που ενδείκνυνται παράλληλα για μια ημερήσια εκδρομή. Πρόκειται για το άλσος της Παναγούδας στην συνοικία της Αγίας Παρασκευής, το περιαστικό δάσος της Καβάλας στη Χωράφα και το άλσος των Πεντακοσίων στον ομώνυμο συνοικισμό. Επιπλέον, κεντρικά θα βρείτε το Δημοτικό Κήπο και το πάρκο του Φαλήρου στην Παραλία (με γήπεδο μπάσκετ, τένις, παιδική χαρά και ειδικά διαμορφωμένο χώρο για σκέιτμπορντ).
Υπάρχουν αρκετές πεζοπορικές διαδρομές οι οποίες ξεκινούν μέσα από την πόλη. Πρόκειται για το τμήμα της αρχαίας Εγνατίας Οδού στα δυτικά, για το μονοπάτι που ξεκινάει από την περιμετρική στο ύψος του Αγίου Παντελεήμονα και καταλήγει στο Σταυρό, το ιστορικό μονοπάτι που ακολουθεί το δρόμο του νερού από το οποίο υδρεύονταν η Καβάλα στο παρελθόν (ξεκινά από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου) και τέλος το μονοπάτι που ακολουθεί το ρέμα της Παλαιάς Καβάλας, το οποίο αναδείχτηκε και διαμορφώθηκε από τον τότε δήμο Φιλίππων (απέχει 15 λεπτά με αυτοκίνητο από την Καβάλα).
Οικονομία

Η πόλη της Καβάλας άρχισε να μετατρέπεται σε ένα αστικό κέντρο από την δεκαετία κιόλας του 1920, όταν αυξήθηκε ραγδαία ο πληθυσμός της, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού προσφύγων έπειτα από την Μικρασιατική Καταστροφή που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην πόλη.

Η αύξηση του πληθυσμού οδήγησε από πολύ νωρίς και στην ανάπτυξη του βιομηχανικού τομέα. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της πόλης απασχολείται στον τριτογενή τομέα παραγωγής. Εδώ λειτουργεί η Kavala Oil (που συνεργάζεται με την Energean), η μοναδική μονάδα της χώρας, που εξορύσσει και αποθειώνει πετρέλαιο από το κοίτασμα του Πρίνου. Επίσης στην Καβάλα λειτουργεί και η μόνη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων της χώρας. Δεκάδες άλλες μονάδες, υπάρχουν στην βιομηχανική περιοχή (ΒΙ.ΠΕ) της πόλης, με σημαντικότερες τις μονάδες επεξεργασίας μαρμάρου και γυαλιού ενω ακολουθεί και αυτες της παραγωγής φυσικών προϊόντων.
Η τοπική κοινωνία και αγορά προσπαθεί να στηριχτεί κυρίως απο την Καλοκαιρινή σεζόν όπου υπάρχει αρκετή προσέλευση εκατοντάδων τουριστών κυρίως απο την Τουρκία. Επιπλέον η αγορά της βασίζεται περισσότερο πέρα απο την Βιομηχανική Περιοχή και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ρουχισμού, εστιατορίων και καφετεριών. Μια φορά την εβδομάδα οργανώνεται στην παραλιακή οδό της πόλης η Λαϊκή της αγορά όπου πολλοί επαγγελματίες προωθούν τα προϊόντα τους σε οικονομικές τιμές.
Η ανάπτυξη του εμπορίου κατέστησε αναγκαία την κατασκευή νέου λιμανιού στην βιομηχανική περιοχή της πόλης. Οι εργασίες κατασκευής του νέου λιμένα της Καβάλας «Φίλιππος Β» ξεκίνησαν το 1990 και έχει ήδη ολοκληρωθεί το δυτικό κρηπίδωμα. Από τον Οκτώβριο του 2002 έχει μεταφερθεί όλος ο μηχανολογικός εξοπλισμός και η εμπορική κίνηση εξυπηρετείται πλέον από αυτό. Το νεο λιμάνι αντικαθιστά το κεντρικό λιμάνι της Καβάλας και βρίσκεται λίγα μέτρα απο το εργοστασιακό παράρτημα της ΒΦΛ Καβάλας.
Τέλος, η Καβάλα είναι σχετικά γνωστή για την αλιεία της. Στην πόλη λειτουργεί μια από τις μεγαλύτερες ιχθυόσκαλες της Μεσογείου, από όπου διακινούνται εμπορεύματα τόσο στις εσωτερικές όσο και στις διεθνείς αγορές. Η ανάπτυξη της αλιείας, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη να δημιουργηθεί στην Καβάλα, ένα από τα τρία Ινστιτούτα Αλιευτικών Ερευνών (ΙΝΑΛΕ) που λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα. Η τοπική ιχθυόσκαλα ωστόσο, βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου δεν είναι αρκετά σύγχρονη με αποτέλεσμα να ακολουθεί μια ανακαίνηση μεν αλλα αρκετά αργοπορημένη όσον αφορά τον χρόνο ολοκλήρωσης της δε.

Μεταφορές

Το λιμάνι της πόλης
Η Καβάλα διαθέτει λιμάνι υπό τον Οργανισμό Λιμένα Καβάλας (ΟΛΚ), ενώ υπάρχει και το αεροδρόμιο της Χρυσούπολης εντός του ευρύτερου νομού. Η πόλη δεν συνδέεται με το εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας λόγω της μορφολογίας του εδάφους. Εξυπηρετείται από το Σιδηροδρομικό Σταθμό Δράμας. Υπάρχει σχεδιασμός για ένταξη της Καβάλας στον Προαστιακό Θεσσαλονίκης και για σύνδεση με τους Τοξότες μέσω Νέας Καρβάλης.
Οδικές μεταφορές
Η Καβάλα βρίσκεται επάνω στον αυτοκινητόδρομο της Α2 Εγνατίας Οδού. Η πόλη εξυπηρετείται εκτός του Νομού Καβάλας με τα υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ από τον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Συνδέεται καθημερινά με τακτά δρομολόγια με όλες τις πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Με την γραμμή των Αθηνών εξυπηρετούνται όσων ο προορισμός είναι μια εκ των πόλεων που βρίσκεται επάνω στο εθνικό άξονα Αθήνας Θεσσαλονίκης.
Αεροπορικές μεταφορές
Η Καβάλα συνδέεται αεροπορικά καθημερινά με την Αθήνα και εβδομαδιαία με άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς. Ο Κρατικός Αερολιμένας Καβάλας «Μέγας Αλέξανδρος» βρίσκεται στη Χρυσούπολη και εξυπηρετεί τους νομούς Καβάλας, Δράμας και Ξάνθης.

Ακτοπλοϊκές μεταφορές

Παρέχονται ακτοπλοϊκές συνδέσεις με τη Θάσο, νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου, και το Λαύριο.
Οδικό δίκτυο
Το οδικό δίκτυο της Καβάλας σαν σύνολο αποτελείται απο κεντρικούς και παρακλάδιους δρόμους οι οποίοι όμως δεν έχουν καλή ποιότητα πρόσφυσης. Απο το 2015 γίνονται κάποιες προσπάθειες για βελτίωση του δικτύου, το οποίο συνοδεύει πολλά προβλήματα τόσο στα ιδιοκτησιακά αποκτήματα των κατοίκων όσο και στην ποιότητα ζωής τους. Λόγω της ορεινής περιοχής που είναι χτισμένη η πόλη, σε αντίθεση με τις πόλεις των Σερρών και της Δράμας, ενα μεγάλο της κομμάτι είναι ανηφορικό (Αγ. Λουκάς, Δεπος, Κηπούπολη, Προφήτης Ηλίας, Δεξαμενή). Το οδικό δίκτυο της πόλης ξεκινά απο την περιοχή της Καλαμίτσας και του Σταυρού και τελειώνει στα δημοτικά κοιμητήρια.
Το 2016 ολοκληρώθηκε αρκετά επιτυχώς ενα σημαντικό οδικά δικτυακό πλάνο που χορηγήθηκε μέσω του προγράμματος «ΕΣΠΑ 2007-2013», στο οποίο αφορούσε την βιοκλιματική αναβάθμιση του τόπου επι των οδών Αμερικανικού Σταυρού (Νυρεμβέργης) και Βενιζέλου όπου συνέβη η επανασφαλτοδρόμηση και μονοδρόμηση της.

(πηγη Wikipedia https://el.wikipedia.org/…/%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%C…)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.